29 Οκτ 2016

Waste Land - 1922

ΘΕΜΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΡΗΜΑΓΜΕΝΗΣ ΓΗΣ - ΧΩΡΙΣ ΩΣΤΟΣΟ ΑΥΤΟ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΒΕΒΑΙΟ, ΑΛΛΑ ΠΙΘΑΝΟ
Thomas Stearns Eliot 1888 - 1965
After the torchlight red on sweaty faces After the frosty silence in the gardens After the agony in stony places The shouting and the crying Prison and palace and reverberation Of thunder of spring over distant mountains He who was living is now dead We who were living are now dying With a little patience
What the thunder said
Ύστερα από το φως των δαυλών πυρρό σε κάθιδρα πρόσωπα
Ύστερα από την ψυχρή σιωπή στους κήπους
Ύστερ από την αγωνία σε πετρότοπους
Οι κραυγές και το κλάμα
Φυλακή και μέγαρο αντήχηση
Ανοιξιάτικης βροντής πάνω σε απόμακρα βουνά
Εκείνος που ζούσε είναι τώρα νεκρός
Εμείς που ζούσαμε τώρα πεθαίνουμε
Με λίγη υπομονή.

Εδώ δεν έχει παρά μόνο βράχια
Βράχια και διόλου νερό κι ο αμμουδερός δρόμος
Ο δρόμος στριφογυρίζοντας ψηλά ανάμεσα στα βουνά
Που είναι βουνά χωρίς βράχια και νερό
Αν είχε νερό θα σταματούσαμε να πιούμε
Αναμεσίς στα βράχια δεν μπορείς να σταματήσεις ή να σκεφτείς
Ο ιδρώτας στεγνός και τα πόδια μέσα στην άμμο
Αν είχε νερό τουλάχιστο ανάμεσα στα βράχια
Νεκρό βουνίσιο στόμα με χαλασμένα δόντια ανήμπορο να φτύσει
Εδώ δεν μπορείς να σταθείς μήτε να γείρεις μήτε και να καθήσεις
Δεν έχει ούτε καν σιωπή στα βουνά
Μόνο βροντή ξερή και στείρα χωρίς βροχή
Δεν έχει ούτε καν μοναξιά στα βουνά
Παρά ξαναμμένα πρόσωπα σκυθρωπά καγχάζουν και γρυλίζουν
Μέσα από εξώθυρες χαμόσπιτων από σκασμένη λάσπη
Αν είχε νερό
Και διόλου βράχια
Και νερό μαζί
Και νερό
Μια πηγή
Μια γούρνα ανάμεσα στα βράχια
Αν είχε μόνο τον ήχο του νερού
Όχι του τζίτζικα
Και χορτάρι ξερό να ψάλλει
Αλλά ήχο νερού πάνω από βράχο
Όπου μονάχα η μοναχική τσίχλα κελαηδεί μέσα στα πεύκα
Ντριπ ντροπ ντιπ ντροπ ντροπ ντροπ  ντροπ
Αλλά δεν έχει νερό
Σπέτσες - Δρόμος προς παραλία Κουζινού
Ποιος είναι ο τρίτος που πάντοτε βαδίζει πλάι σου;
Όταν μετρώ είμαστε μαζί μόνο εσύ κι εγώ
Όταν όμως κοιτάζω μπροστά μου στον κατάλευκο δρόμο
Πάντοτε υπάρχει κάποιος άλλος που βαδίζει πλάι σου
Γλιστρώντας τυλιγμένος μέσα σ' έναν καφετί μανδύα, κουκουλωμένος
Δεν ξέρω αν είναι άντρας ή γυναίκα
-Μα ποιος είναι εκείνος στ' άλλο σου πλευρό;

Τι αχός είναι αυτός στον αέρα ψηλά
Γογγυσμός μητρικού οδυρμού
Ποιες οι κουκουλωμένες αυτές ορδές μυρμηγκιάζοντας
Σε πεδιάδες απέραντες, σκουντουφλώντας σε σκασμένη γη
Που μόνο ο επίπεδος ορίζοντας την περιζώνει
Ποια είναι η πόλη πέρα από τα βουνά
Ραγίζει κι ανασταίνεται και σκάει στο μενεξεδένιο αέρα
Πύργοι σωριάζονται
Ιερουσαλήμ Αθήνα Αλεξάντρεια
Βιέννη Λονδίνο
Ανυπόστατες

Μια γυναίκα τράβηξε και τέντωσε τα μαύρα της μακριά μαλλιά
Και γρατζούνισε πάνω σ' αυτές τις χορδές μουσική ψιθυριστή
Και νυχτερίδες με μωρουδίστικες όψεις μες στο μενεξεδένιο φως
Τσίριζαν, και φτεροκοπούσαν
Και σέρνονταν με το κεφάλι προς τα κάτω σ' ένα μαυρισμένο τοίχο
Κι ήταν καμπαναριά στον αέρα αναποδογυρισμένα
Χτυπώντας αναμνηστήριες καμπάνες, που σημαίναν τις ώρες
Και φωνές που τραγουδούσαν μέσα από άδειες στέρνες και πηγάδια στραγγισμένα.

Σ' αυτό το αφανισμένο όρυγμα ανάμεσα στα βουνά
Στο αμυδρό φεγγαρόφωτο, το χορτάρι ψάλλει
Πάνω απ' τους γκρεμισμένους τάφους, τριγύρω από το παρεκκλήσι
Εκεί πέρα βρίσκεται το έρημο παρεκκλήσι, κατοικία μόνο του ανέμου.
Δίχως παράθυρα, κι η θύρα αιωρείται,
Τα ξερά οστά κανέναν δεν μπορούν να βλάψουν.
Ένας πετεινός μόνο στεκόταν στον κορυφιά
Κού κού ρίκου κού κού ρίκου
Μέσα σε μια λάμψη αστραπής. Τότε μια νοτερή σπιλιάδα
Φέρνοντας βροχή

Είχε χαμηλώσει ο Γάγγης, και τα φύλλα τα λυμφατικά
Καρτερούσαν τη βροχή, καθώς τα μαύρα σύννεφα
Συνάζονταν μακριά πάνω απ' το Χίμαβαντ.
Η ζούγκλα κουλουριάστηκε, κούρνιασε σιωπηλά.
Μίλησε τότε η βροντή.
ΝΤΑ
Ντάττα: τι έχουμε δώσει;
Φίλε μου, το αίμα που τραντάζει την καρδιά μου
Τη φοβερή την τόλμη μιας στιγμής υποταγής
Που χρόνια ολόκληρα περίσκεψης δεν μπορούν ποτέ ν' ανακαλέσουν
Χάρη σ' αυτήν και μόνο σ' αυτήν υπήρξαμε
Που δεν πρόκειται ν' αναφερθεί στις νεκρολογίες μας
Ή σε αναμνήσεις σκεπασμένες απ' την ευεργετική αράχνη
Ή κάτω από σφραγίδες που έσπασε ο ξερακιανός δικηγόρος
Στ' άδεια μας δωμάτια
ΝΤΑ
Ντάγιαντβαμ: άκουσα το κλειδί
Να στρίβει μια φορά τη θύρα να στρίβει μόνο μια φορά
Συλλογιζόμαστε το κλειδί, ο καθένας μες στη φυλακή του
Να συλλογίζεται το κλειδί, ο καθένας εξασφαλίζει μία φυλακή
Μόνο σαν πέφτει η νύχτα, αιθέριοι ψίθυροι
Ξαναζωντανεύουνε για μια στιγμή έναν συντριμμένο Κοριολανό
ΝΤΑ
Ντάμυατα: Η βάρκα ανταποκρίθηκε
Χαρούμενα, στο χέρι το επιδέξιο στο πανί και στο κουπί
Η θάλασσα ήταν ήρεμη, η καρδιά σου θα 'χε ανταποκριθεί
Χαρούμενα, όταν θα την καλούσαν, πάλλοντας υπάκουη
Σε χέρια που εξουσιάζουν

Καθόμουν στην ακτή
Ψαρεύοντας, με τον άνυδρο κάμπο πίσω μου
Τουλάχιστο θα βάλω τις χώρες μου σε κάποια τάξη;
Η Γέφυρα του Λονδίνου γκρεμίζεται γκρεμίζεται γκρεμίζεται
Poi s'ascose nel foco che gli affina
Quando fiam uti chelidon - Ά χελιδόνι χελιδόνι
Le Prince d' Aquitaine a la tour abolie
Τούτα τ' αποσπάσματα που αντιστήριξα στα ερείπια μου
Καλά λοιπόν θα σας κανονίσω. Ο Ιερώνυμος είναι πάλι τρελός.
Ντάττα. Ντάγιαντβαμ. Ντάμυατα.
Σάντιχ σάντιχ σάντιχ

Τέλος αποσπάσματος "Ο Κεραυνός" —ποιήματος "Ρημαγμένη Γη"
Μετάφραση Κλείτος Κύρου, Εκδόσεις Ύψιλον 1990

10 Σεπ 2016

Ξεχαρβαλωμένες κιθάρες: Μια αδυσώπητη πραγματικότητα

Giorgio De Chirico - Τα Φοβερά Παιχνίδια 1925

Ξεχαρβαλωμένες Κιθάρες

Εἴμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες
κιθάρες. Ὁ ἄνεμος ὅταν περνάει,
στίχους, ἤχους παράξενους ξυπνάει
στὶς χορδὲς ποὺ κρέμονται σὰν καδένες.

Είμαστε κάτι απίστευτες αντένες.
Υψώνονται σα δάχτυλα στα χάη,
στην κορυφή τους τ’ άπειρο αντηχάει,
μα γρήγορα θα πέσουνε σπασμένες.

Είμαστε κάτι διάχυτες αισθήσεις,
χωρίς ελπίδα να συγκεντρωθούμε.
Στα νεύρα μας μπερδεύεται όλη η φύσις.

Στο σώμα, στην ενθύμηση πονούμε.
Μας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησις
είναι το καταφύγιο που φθονούμε.
Ογδόντα εννέα χρόνια έχουν περάσει από τότε που ο Κώστας Καρυωτάκης έγραφε το ποίημα "Κιθάρες" (1927). Ακολούθησαν ο Β΄παγκόσμιος πόλεμος, η χειραφέτηση της γυναίκας, το οκτάωρο εργασίας, η καταναλωτική κοινωνία, έως σήμερα που μιλάμε για παγκοσμιοποίηση, ανοιχτά σύνορα, ταξίδια χωρίς διαβατήριο παρά μόνο την ταυτότητα, στις χώρες της ΕΕ.

Όμως αυτές οι κατακτήσεις του ανθρώπου δεν μοιάζουν να του έχουν λύσει κανένα πρόβλημα - αντίθετα έχουν οξύνει την αίσθηση του ανικανοποίητου και της μοναξιάς που ο άνθρωπος κουβαλάει στο υποσυνείδητο του, σαν β΄φύση και που θέλει να εκδηλωθεί σε κάθε πρόσφορη στιγμή, κάτι σαν ευχαρίστηση με τα διάφορα δεινά και τις αποτυχίες. Κι αυτό μοιάζει κατανοητό γιατί πως αλλιώς θα μπορούσε να ανταπεξέλθει στα δύσκολα; Σαν μεγάλο θηρίο που είναι, και από αυτά θέλει να αντλεί ευχαρίστηση: ακόμη κι από τα δεινά. Άρα απώτερος σκοπός του ανθρώπινου όντος είναι να αντλεί ευχαρίστηση. Από τον εαυτό του φυσικά και από ό,τι τον περιτριγυρίζει. Έτσι λοιπόν φωνάζει για να ακούγεται, γελάει για να ακούγεται, χορεύει για να τον βλέπουν, τρώει για να ευχαριστιέται, κοιμάται για να ξεκουράζεται - όλα τα κάνει τέλος πάντων, για δικό του όφελος και ικανοποίηση.

Ογδόντα εννέα χρόνια δεν φθάνουν λοιπόν για να μετρηθεί η μοναξιά του ανθρώπου, το κούφιο της οντότητας του, η αδυναμία του να καταλάβει την ύπαρξη του μέσα στον κόσμο. Λόγια μένουν - κενά νοήματος, σαν κλείσει το στόμα που τα λέει, γιατί μόνο το στόμα που τα εκστομίζει βρίσκει σ' αυτά κάποιο νόημα. Σαν κλείσεις τα μάτια για πάντα, δεν μένουν ούτε τα λόγια - αυτό το ατελείωτο σφυροκόπημα των λέξεων - ευχάριστο γι' αυτόν που το πράττει, ενοχλητικό και ακατανόητο στο σύνολο του για τους άλλους που ακούνε: στην καλύτερη περίπτωση, γιατί συνήθως διακόπτουν για να πουν τα δικά τους λόγια.

Ογδόντα εννέα χρόνια και ο άνθρωπος δεν αλλάζει - αντίθετα χειροτερεύει: ποιος θα περίμενε ότι θα νομιμοπούνταν σε όλες τις βλακείες που κάνει; πως ο ναρκισσισμός και η αυταρέσκεια θα βρίσκανε πρόσφορο έδαφος να αναπτυχθούν σε εποχές ασυδοσίας, απάτης, ψευδούς ή παραπλανητικής ή τετριμμένης πληροφόρησης; Όταν όλα είναι επιτρεπτά, όταν δεν υπάρχει τίποτε να κρατηθεί κανείς, κάτι που να εμπνέει την εμπιστοσύνη, ο άνθρωπος αφήνεται εγκαταλειμένος στο τραγούδι των Σειρήνων που τον καλούν. Σειρήνες απατηλές, καθώς είναι ντυμένες με τα παρδαλά ρούχα της παραπλάνησης... Τον παίρνουν και τον πάνε όπου εκείνες θέλουν μέσω του δρόμου της φαντασίας που αυτές γνωρίζουν τόσο καλά γιατί αυτός είναι στο έδαφος που εκτρέφονται και ζουν. Σήμερα αυτές οι Σειρήνες είναι τόσο επίκαιρες όσο το τραγούδι τους αντηχεί υψωνόμενο πάνω από κάθε παραλογισμό της σύγχρονης εποχής, σφραγίζοντας τον με το αποτύπωμα του.

Ογδόντα εννέα χρόνια για να εδραιωθεί ο παραλογισμός του χρήματος, γιατί η μόνη αξία που έχει απομείνει είναι το χρήμα και πως θα το αποκτήσεις για να ικανοποιήσεις τις ανάγκες σου που βέβαια έπονται των υποχρεώσεων προς τους τρίτους: λογαριασμοί, τέλη, έξοδα κίνησης, και ακολουθεί μακρύς κατάλογος που πρέπει κάθε μέρα να ζεις με αυτόν... Βέβαια αυτές οι Σειρήνες δεν είναι σαν του Οδυσσέα γοητευτικές, καθώς ξεκουφαίνουν με το ατέλειωτο εκκωφαντικό τραγούδι τους. Κι οι άνθρωποι προσπαθούν να το μιμηθούν, να στροβιλισθούν στο σκοπό του - όσο κι αν δεν είναι γοητευμένοι από αυτό,  ή έστω όσο κι αν δεν τους αρέσει και τόσο, γιατί δεν έχουν κάτι καλύτερο μπροστά τους που να τους καθοδηγεί. (Η πεμπτουσία του παραλογισμού!). Κι έτσι με τις ξεχαρβαλωμένες κιθάρες που ηχούσαν προς 89 ετών, του Καρυωτάκη, ο σημερινός άνθρωπος έχοντας πλήρως ταυτισθεί, πορεύεται, μέσα σε μια κοινωνία που μοιάζει ξεχαρβαλωμένη κι αυτή.

Πηγή Εικόνας: art.com

1 Σεπ 2015

Το ερωτικό τραγούδι του Άλφρεντ Προύφροκ

Τ.Σ. Έλιοτ 1888 - 1965 O Prufrock και άλλες θεωρήσεις 1920
Dante: Κόλαση - Κεφ. 27ο στίχοι 61-66
Αν το 'ξερα πως θα μιλούσα ανθρώπου που θα γυρνούσε κάποτε στον κόσμο,
Η φλόγα τούτη δε θα σάλευε άλλο.
Μ' αφού ποτέ από το βάθος τούτο ούτ' ένας δεν βγήκε ζωντανός, αν είν' αλήθεια,
χωρίς φόβο ντροπής θα σου απαντήσω.

Dante: Inferno - Ch. 27ο verses 61-66
S’io credesse che mia risposta fosse A persona che mai tornasse al mondo,
Questa fiamma staria senza piu scosse. Ma perciocche giammai di questo fondo Non torno vivo alcun, s’i’odo il vero, Senza tema d’infamia ti rispondo
.
1. "The Love Song of J.Alfred Prufrock" Αγγλικά
Πάμε λοιπόν, εσύ κι εγώ,
Καθώς το δείλι απλώνεται στον ουρανό
Σα ναρκωμένος άρρωστος στο χειρουργείο.
Πάμε, από δρόμους μισοαδειανούς,
Στα βαβούρικα στέκια

Ξενύχτηδων, σε πανδοχεία της μιας νυχτιάς
Και ψαροκαπηλειά στρωμένα πριονίδι:
Δρόμους που σ' ακολουθούν σα βαρετές κουβέντες
Με ύπουλους σκοπούς
Για να σε παρασύρουν σε μιαν ερώτηση συντριπτική...
Ω! μη ρωτάς, "Ποια να ‘ναι αυτή;"
Πάμε να τα επισκεφτούμε.

Στην κάμαρα οι γυναίκες τριγυρνούν
Για τον Μικελάντζελο μιλούν.

Το κίτρινο πούσι που ξύνει τη ράχη του πάνω στα τζάμια,
Η κίτρινη κάπνα που ξύνει τη μούρη της πάνω στα τζάμια,
Έγλυψε με τη γλώσσα της του βραδινού τις κόχες,
Ξέμεινε πάνω στα στεκάμενα βρομόνερα,

Άφησε στη ράχη της να κατακάτσει το φούμο από τις καμινάδες,
Γλίστρησε πάνω στην πεζούλα, ξάφνου τινάχτηκε,
Και βλέποντας πως ήτανε γλυκιά μια νύχτα του Οκτώβρη
Τυλίχτηκε γύρω απ' το σπίτι μια φορά, κι αποκοιμήθηκε.

Κι αλήθεια, θα βρεθεί καιρός;
Για την κίτρινη καπνιά που σέρνεται στο δρόμο
Ξύνοντας τη ράχη της στα παραθύρια.
Θα βρεθεί καιρός, θα βρεθεί καιρός

Ένα προσωπείο να ετοιμάσεις, τα πρόσωπα που συναντάς να συναντήσει.
Θα βρεθεί καιρός για να δολοφονήσεις και να δημιουργήσεις,
Και καιρός για όλα τα έργα και τις μέρες των χεριών
Που υψώνονται και ρίχνουν μιαν ερώτηση στο πιάτο σου.

Καιρός για σένα, καιρός για μένα,
Και καιρός ακόμα για χιλιάδες δισταγμούς,
Και χιλιάδες θεωρήσεις κι αναθεωρήσεις,
Προτού να πάρουμε τσάι με φρυγανιές.

Στην κάμαρα οι γυναίκες τριγυρνούν
Για τον Μικελάντζελο μιλούν.

Κι αλήθεια, θα βρεθεί καιρός
Να ρωτηθώ, "Τολμώ;" και, "Αληθινά τολμώ;"
Καιρός στροφή να κάμω και τη σκάλα να κατέβω,
Με μια μικρή φαλάκρα πίσω στο κεφάλι -
(Θα πουν: "Πόσο αδυνατήσαν τα μαλλιά του!")

Το πρωινό μου πανωφόρι, το κολάρο ως το πηγούνι μου σφιχτά κλειστό,
Πλούσια η γραβάτα μου και σεμνή, ωστόσο τονισμένη από καρφίτσα απλή -
(Θα πουν: "Μα πόσο αδυνατίσανε τα χέρια και τα πόδια του!")
Άραγε τολμώ
Το σύμπαν να ενοχλήσω;
Ένα λεπτό είναι αρκετό
Γι αποφάσεις κι αναθεωρήσεις που ξανά, σ' ένα λεπτό, θ' αλλάξουν.

T.S Eliot - Prufrock and other observations
Γιατί κιόλας τα γνώρισα όλ' αυτά, όλα τα γνώρισα -
Γνώρισα τα βραδινά, τα πρωινά, τ' απογευματινά,
Με κουταλάκια του καφέ μοίρασα τη ζωή μου.
Γνωρίζω τις φωνές που υποταγμένες σβήνουνε
Πίσω από μουσική σε δωμάτιο μακρινό.
Πώς λοιπόν να υποθέσω;

Γνώρισα κιόλας τα μάτια, τα γνώρισα όλ' αυτά -
Μάτια που σε καθηλώνουν σε μιά φράση τυπική,
Κι όταν είμαι τυπικός, καθισμένος στα καρφιά,
Όταν είμαι καρφωμένος και σπαρταρώ στον τοίχο,
Τότε πώς θα μπόραγα ν' αρχίσω
Τα κατακάθια απ' τις μεθόδους και τις μέρες μου να φτύνω;
Και πώς θα μπόραγα να υποθέσω;

Γνώρισα κιόλας τα χέρια, τα γνώρισα όλ' αυτά -
Χέρια με βραχιόλια, άσπρα και γυμνά
(Όμως στο φως της λάμπας, χαμηλωμένα, με χνούδι απαλό!)
Είν' άραγε το άρωμα μιας φούστας
Που μ' εκτροχιάζει τόσο;
Χέρια που ακουμπούν στο τραπέζι, ή που αγκαλιάζουν κάποιο σάλι.
Θα ‘πρεπε τότε λοιπόν να υποθέσω;
Και πώς ν’ αρχίναγα;
. . . . . . . . . .

Να πω, περπάτησα το σούρουπο δρόμους στενούς
Κι είδα που ανέβαινε καπνός από τις καμινάδες
Ανδρών μοναχικών, φτωχοντυμένων, που σκύβαν έξω από παράθυρα...
Ένα ζευγάρι θα 'πρεπε να 'μουνα τρελοδαγκάνες
Που πηλαλούνε στο βυθό σιωπηλών πελάγων.

Μέσα στο δειλινό, το βραδινό κοιμάται τόσο ειρηνικά!
Ησυχασμένο από δάχτυλα μακριά,
Κοιμισμένο....κουρασμένο... ή κάνει τον άρρωστο,
Στο πάτωμα επάνω ξαπλωμένο, εδώ, δίπλα σε σένα και σε μένα.

Θα ‘πρεπε άραγε, μετά το τσάι, το κέικ, το παγωτό,
Να ‘χα τη δύναμη να σπρώξω τη στιγμή στα όριά της;
Όμως κι αν έχω κλάψει και νηστέψει, κλάψει και προσευχηθεί,
Κι αν είδα το κεφάλι μου (με μια μικρή φαλάκρα) σε δίσκο να το φέρνουν

Δεν έγινα προφήτης - κι αυτό σπουδαίο δεν είναι.
Είδα να ξεθωριάζει του μεγαλείου μου η στιγμή,
Και τον αιώνιο Θυρωρό, να μου κρατάει το παλτό και να κρυφογελά,
Κοντολογίς, φοβήθηκα για τα καλά.

Κι αλήθεια, θα 'χε νόημα αυτό, στο κάτω - κάτω,
Έπειτ’ από το τσάι, τα φλιτζανάκια, τα γλυκά,
Μέσα στις πορσελάνες, μέσα σε μια κουβέντα που κάναμε οι δύο,
Θα 'χε άραγε νόημα,
Να ξέφευγα χαμογελώντας από το θέμα,
Να στούμπιζα το σύμπαν σε μία μπάλα
Και να την τσούλαγα σε μιαν ερώτηση συντριπτική,

Να 'λεγα: "Είμ’ ο Λάζαρος, έρχομαι εκ νεκρών,
Έρχομαι όλα να σου τα πω, όλα να σου τα φανερώσω" -
Αν κάποια, στρώνοντας ένα μαξιλάρι πλάι στο κεφάλι της,
Έλεγε: "Διόλου δεν είν 'αυτό που εννοούσα.
Διόλου δεν είν' αυτό."

Κι αλήθεια, θα 'χε νόημα αυτό, στο κάτω - κάτω,
Θα 'χε άραγε νόημα,
Ύστερ' απ' τις αυλές, τα δειλινά, τους ψιχαλισμένους δρόμους,
Ύστερ' απ' τις νουβέλες, τα φλιτζάνια του τσαγιού, ύστερ' απ' τις φούστες που
σέρνονται στο πάτωμα -

Κι αυτά, και τόσα άλλα ακόμα; -
Μου είναι αδύνατο να πω τι ακριβώς εννοώ!
Όμως, λες κι έριξε φανάρι μαγικό το σχήμα του πάνω σε μιαν οθόνη:
Θα ‘χε άραγε νόημα
Αν κάποια, στρώνοντας ένα μαξιλάρι ή κάποιο σάλι της πετώντας μακριά,
Και στο παράθυρο γυρνώντας, έλεγε:
"Διόλου δεν είν' αυτό,
Διόλου δεν είν' αυτό που εννοούσα."

Όχι! Δεν είμαι ο πρίγκιπας Αμλέτος, ούτε και σκόπευα να γίνω.
Είμαι ένας λόρδος συνοδός, κάποιος που είν' ό,τι χρειάζεται
Να βελτιώσει μιαν επίδοση, ν' αρχίσει κάνα-δύο σκηνές,
Τον πρίγκιπα να συμβουλεύσει. αναμφίβολα, ένα καλόβολο υποχείριο,
Αξιοσέβαστο, ευτυχισμένο που είναι χρήσιμο,
Επιφυλακτικό, σχολαστικό και συνετό.
Με γνώμη υψηλόφρων, μα κομματάκι αργός.

Καμιά φορά, αληθινά, σχεδόν γελοίος -
Σχεδόν, καμιά φορά, ο Τρελός.

Γερνώ....γερνώ....
Τα παντελόνια μου με γυρισμένα τα μπατζάκια θα φορώ.

Να χτενίσω πίσω τα μαλλιά μου;
Τολμώ με μια μικρούλα να τα φτιάξω;
Σπορ άσπρο παντελόνι θα φορώ και θα βολτάρω στην ακτή.
Τις γοργόνες άκουσα να τραγουδούν, η μια στην άλλη.
Θαρρώ δεν θα μου τραγουδήσουν.

Τις έχω δει προς τ' ανοιχτά να καβαλούν τα κύματα
Ρίχνοντας πίσω του πελάγου τα λευκά μαλλιά
Καθώς ο άνεμος άσπρα και μαύρα κάνει τα νερά.

Μας χασομέρησαν, μες στα θαλασσινά θαλάμια,
Κόρες της θάλασσας στεφανωμένες φύκια κόκκινα και καστανά
Ωσότου ανθρώπινες μας ξύπνησαν φωνές, κι έτσι πνιγήκαμε.

Από leandrosvatakas.blogspot.gr - εικόνα από skillshare.com

17 Μαρ 2015

Έντγκαρ Άλαν Πόε - Annabel Lee

Edgar Allan Poe: Annabel Lee

Edgar Allan Poe - Baltimore U.S. 1809 - 1849 (40)

Άνναμπελ Λη

Άνναμπελ Λη - Κριτική ποιήματος - Ένα ποίημα στη γνωστή τεχνοτροπία του μακάβριου —κύριου εκπρόσωπου στην Αγγλόφωνη Λογοτεχνία, του Edgar Allan Poe. Εδώ μιλάει για μια αγαπημένη της οποίας την ευτυχία ζήλεψαν του ουρανού οι άγγελοι, και την πήραν μακριά απ' τον αγαπημένο της. Αυτός τώρα όλες τις νύχτες κάθεται δίπλα στη θάλασσα, στο πλευρό της, δίπλα στον μαρμάρινο βαρύ τάφο, ν' αναπολεί την χαμένη ευτυχία τους.
Το ποίημα κινείται στον ομοιοκατάληκτο στίχο, επαναλαμβάνοντας με εμμονή το όνομα της ηρωίδας του για να τονίσει την προσήλωση του στον χαμένο έρωτα. Έρωτας και θάνατος συμβαδίζουν στην έκφραση της απώλειας, μέσα στο "σκοτεινό βασίλειο" που για τον Edgar Allan Poe, δεν είναι παρά η ίδια η ζωή —ακόμη κι όταν κυριαρχεί το ευγενές και το υψηλό συναίσθημα —που όμως καταρρέει δυστυχώς, εξ αιτίας των "βουλών" του ουρανού, όπου κι εκεί ακόμη, κυριαρχούν θανάσιμα ανθρώπινα πάθη (ζήλια, φθόνος, εκδίκηση κλπ.)

Άνναμπελ Λη

Ήταν εδώ και πολλά χρόνια
σ' ένα θαλάσσιο βασίλειο
που ζούσε εκεί μια κυρά, που ίσως και να 'χεις ακουστά
με το όνομα ΑΝΝΑΜΠΕΛ ΛΗ
που άλλο στο νου της δεν είχε
παρά εμέ ν' αγαπήσει κι από εμέ ν' αγαπηθεί.

Ήμουν παιδί κι ήταν παιδί
στο βασίλειο αυτό της θάλασσας
αλλά αγαπηθήκαμε με μια αγάπη
πάνω απ' την αγάπη πιο δυνατή, εγώ κι η Άνναμπελ Λή.
Μια αγάπη που τ' ουρανού σεραφείμ φτερωτά
ζηλέψαν σφοδρά.

Κι αυτός ήταν ο λόγος που χρόνια πριν
άνεμος δυνατός φύσηξε μέσα από 'να σύννεφο
παγώνοντας την όμορφη Άνναμπελ Λη.
Τότε ο βασιλιάς πατέρας της, ήρθε
-μακριά κλείνοντας τη σε μνήμα μεγαλοπρεπές-
στο βασίλειο της θάλασσας από με να χωρίσει.

Τ' ουρανού, οι όχι και τόσο χαρούμενοι άγγελοι
ζήλεψαν 'κείνη κι εμένα.
Ναι, αυτός ήταν ο λόγος- όλοι το ξέρουν
στης θάλασσας πάνω σ' αυτό το βασίλειο
που στείλαν αγέρα παγερό μέσα απ' το σύννεφο
τη δικιά μου όμορφη Άνναμπελ Λη να σκοτώσει.

Όμως η αγάπη μας ήταν δυνατότερη
από την αγάπη όλων
που ήταν από εμάς μεγαλύτεροι, σοφότεροι ακόμη-
που ούτε στον ουρανό πάνω, οι άγγελοι
μήτε της θάλασσας κάτω, οι δαίμονες
θα μπορούσαν τη ψυχή μου ποτέ να χωρίσουν
από 'κείνην της όμορφης Άνναμπελ Λη.

Γι' αυτό το φεγγάρι ποτέ πια δεν λάμπει
χωρίς να μου φέρνει στο νου, το όνειρο
της όμοφης Άνναμπελ Λη.
Και τ' αστέρια κι αυτά σπινθιρίζουν χλωμά
κι είναι τα μάτια της όμορφης Άνναμπελ Λη
που με κοιτάζουν από 'κεί πάνω ψηλά.

Γι' αυτό ολάκερες νύχτες
στο πλευρό της στο κύμα 'κει δίπλα, χάμω ξαπλώνω
Ω αγαπημένη! Ώ αγαπημένη! ζωή και γυναίκα μου
σ' αυτό το φέρετρο μέσα
στη θάλασσα δίπλα
στον τάφο μέσα αυτόν, που η θάλασσα νανουρίζει.

Μετάφραση από τα Αγγλικά Λ.Σ.Α

Annabel Lee

It was many and many a year ago,
In a kingdom by the sea,
That a maiden there lived whom you may know
By the name of ANNABEL LEE;
And this maiden she lived with no other thought
Than to love and be loved by me.

I was a child and she was a child,
In this kingdom by the sea;
But we loved with a love that was more than love-
I and my Annabel Lee;
With a love that the winged seraphs of heaven
Coveted her and me.

And this was the reason that, long ago,
In this kingdom by the sea,
A wind blew out of a cloud, chilling
My beautiful Annabel Lee;
So that her highborn kinsman came
And bore her away from me,
To shut her up in a sepulchre
In this kingdom by the sea.

The angels, not half so happy in heaven,
Went envying her and me-
Yes!- that was the reason (as all men know,
In this kingdom by the sea)
That the wind came out of the cloud by night,
Chilling and killing my Annabel Lee.

But our love it was stronger by far than the love
Of those who were older than we-
Of many far wiser than we-
And neither the angels in heaven above,
Nor the demons down under the sea,
Can ever dissever my soul from the soul
Of the beautiful Annabel Lee.

For the moon never beams without bringing me dreams
Of the beautiful Annabel Lee;
And the stars never rise but I feel the bright eyes
Of the beautiful Annabel Lee;

And so, all the night-tide, I lie down by the side
Of my darling- my darling- my life and my bride,
In the sepulchre there by the sea,
In her tomb by the sounding sea.

Αρχική πηγή - εικόνα και ποίημα: Happy Birthday Edgar Allan Poe

29 Οκτ 2014

Το Μπλόκο

Το Μπλόκο : Διαταγή Συνάθροισης - Μια ταινία σταθμός

Απ' το βράχο του Μπλόκου βγαλμένη τους καπνούς, τη φωτιά, τα χωνιά, τη θηλιά που σου είχαν στημένη, ξεπετιέσαι ψηλά Κοκκινιά Ατσαλένια πατρίδα του ιδρώτα μη μπορώντας να ζήσεις σκυφτά δίνεις αίμα και ανάβεις τα φώτα μιας Αυγούστου τρανής δεκαεφτά.
Τίτλος Το Μπλόκο (The Roundup)
Σκηνοθεσία Άδωνις Κύρου (1923-1985)
Σενάριο: Άδωνις Κύρου (από το βιβλίο του Γεράσιμου Σταύρου)
Πρωταγωνιστούν: Μάνος Κατράκης, Γιάννης Φέρτης, Ξένια Καλογεροπούλου, Αλεξάνδρα Λαδικού, Κώστας Καζάκος, Κούλα Αγαλιώτου
Είδος Δραματική
Έτος: 1965
Διάρκεια: 74'

Πριν κάποια χρόνια είχα δει αυτή την ταινία. Θυμάμαι ήταν σε θερινό σινεμά - Εκράν, Ηλέκτρα μάλλον, λεγόταν και ήταν στη Πατησίων, όπου το είδαμε. Ήταν μια καλή ιδέα.

Το σινεμά είχε κόσμο φαινόταν από την κίνηση μπροστά στις εικόνες, στο ταμείο, στο δρόμο. Καθίσαμε στις πάνινες καρέκλες εκείνη τη καλοκαιρινή βραδιά σ' ένα κήπο γεμάτο λουλούδια στα παρτέρια εκατέρωθεν των σειρών των καθισμάτων.

Μια βραδιά όπου τα αστέρια θα έλαμπαν και πάλι, χωρίς τίποτε να έχουν χάσει από τη λάμψη τους, στον ουρανό της φτωχής προσφυγικής συνοικίας του Πειραιά, την Κοκκινιά, εκείνη την αποφράδα νύχτα —2:30 πρωινή, της Πέμπτης, 17 Αυγούστου 1945.
Παράγκα στην Παλιά Κοκκινιά

Μόλις έσβησαν τα φώτα στη μεγάλη οθόνη πρόβαλαν οι στενοί χωματόδρομοι, τα παλιά εργοστάσια της περιοχής με τις καμινάδες, μαυροντυμένες γυναίκες, κάποιες με την ποδιά στη μέση βγαίνοντας στο κατώφλι από την κουζίνα τους, κοιτάζοντας στο δρόμο, οι Γερμανοί που έμπαιναν μες τα σπίτια κι έπιαναν στη τύχη ανθρώπους για τη μεταφορά τους στις φυλακές Χαϊδαρίου.

Το Μπλόκο : Διαταγή Συνάθροισης

Η αντίσταση ΕΑΜ με τους μαχητές Αλεξάνδρα Λαδικού, Γιάννη Φέρτη, οι κουκουλοφόροι, οι δωσίλογοι, ο Κώστας Καζάκος που μετανοιώνοντας - μη μπορώντας να δείξει τον "ένοχο" πετάει τη μαύρη κουκούλα: "Δεν είμαι προδότης" φωνάζει και την ίδια ώρα πέφτει νεκρός από τις σφαίρες των Γερμανών.

Ο φακός εξετάζει με μεγάλη δύναμη προς το τέλος της ταινίας όλα τα συγκεντρωμένα πρόσωπα - ένα πλήθος μ' έναν βουβό σπαραγμό. Η μαρτυρική αυτή παραγκούπολη "φωλιά της Αντίστασης" όπως έχει σημειωθεί, με κατοίκους φτωχούς πρόσφυγες έδωσε πάνω από 150 νεκρούς - θυσία στον αγώνα κατά των κατακτητών.

To bloko (1965) on IMDb
Την ταινία πρόβαλε η τηλεόραση της Βουλής, σε μια πολύ καθαρή κόπια. Τα πρόσωπα του Μάνου Κατράκη, Ξένιας Καλογεροπούλου, Αλεξάνδρας Λαδικού, Κώστα Καζάκου διέγραψαν πάλι στην οθόνη την αγωνία ενός κόσμου φτωχού - της γειτονιάς όπου ήθελαν να μάχονται και να πέφτουν στο βωμό της ελευθερίας από τον κατακτητή.

Θυμάμαι τώρα τη Ζωρζ Σαρρή να χαστουκίζει το Γερμανό που μπήκε στο σπίτι της και την ίδια στιγμή να πέφτει νεκρή από τις σφαίρες του όπλου του, μπρούμυτα στο πάτωμα του σπιτιού της.

10 Οκτ 2014

"Οι Πόρτες" της Αντίληψης - The Doors

The Doors - 1966 - Ο Jim Morrison δεξιά - Photo src "Doors electra publicity photo" by Elektra Records-Joel Brodsky - eBay itemphoto frontphoto back. Licensed under Public domain via Wikimedia Commons.
Ο James Douglas Morrison δηλαδή ο Jim Morrison, γεννιέται στις 8/12/'43 στη Μελβούρνη της Φλόριδας. Ο πατέρας του ήταν ναύαρχος στο αμερικανικό ναυτικό - αιτία που η οικογένεια μετακόμιζε συχνά. Το 1964 ο νεαρός Μorisson πηγαίνει να σπουδάσει κινηματογράφο και θέατρο στη σχολή UCLA στο δυτικό τομέα της Νέας Υόρκης. Κατά τη διάρκεια της εκεί παραμονής του, ανακαλύπτει τον ποιητή William Blake και την φιλοσοφία του Friedrich Nietsche εγκαταλείποντας ταυτόχρονα τις σπουδές στη σχολή Κινηματογράφου για την ποίηση και το LSD.

Γνωρίζετι με τον Ray Manzarek με τον οποίο σχηματίζει το γκρουπ ΤHE DOORS μαζί με τους Robbie Krieger και John Densmore. Το όνομα του γκρουπ προέρχεται από το βιβλίο Οι Θύρες της Αντίληψης (Doors of Perception) ένα βιβλίο για την παραισθησιογόνο ουσία μεσκαλίνη του Aldous Huxley.

Στην πορεία ο  Morrison γίνεται ένα αστέρι που οι υπερβολές του εξ αιτίας του αλκοόλ, χειροτερεύουν την κατάσταση του. Κατστρέφει στις κρίσεις οργής εξ αιτίας του αλκοόλ, μηχανήματα του στούντιο, οι εμφανίσεις του στη σκηνή γίνονται υπερβολικά έκδηλωτικές. Το 1971 μετά από δραματικές τουρνέ έχοντας υποστεί αρκετές κρίσεις κατάθλιψης, ο Jim Morrison μετακομίζει στο Παρίσι μαζί με τη φίλη του Πάμελα, όπου ασχολείται με τη συγγραφή ποιημάτων.

Στις 3 Ιουλίου του ίδιου χρόνου θα βρεθεί νεκρός μέσα στη μπανιέρα του σπιτιού του στη συνοικία του Παρισιού όπου ζούσε με την σύντροφο του. Αποδόθηκε η αιτία του θανάτου σε καρδιακή κρίση και δεν ήταν παρά μονάχα 27 ετών. Θάφτηκε στο νεκροταφείο στο Παρίσι.

25 Ιουλ 2014

Salmon maki handmade

Χειροποίητα Σούσι Σολομού

Nori Vegetable Sushi

Σπιτικό Σούσι - Υλικά

Θα χρειαστείτε ρύζι ατμού, ξύδι αρωματικό (ρυζιού), φρέσκο σολομό χωρίε δέρμα και κόκκαλο, αγγούρια, φύλλα Νόρι, ουασάμπι, σόγια σως [κι ένα bamboo mat (μπαμπού σου-πλα) για το τύλιγμα.]
Κόψτε το σολομό και τα αγγούρια σε λεπτές λωρίδες καλό είναι να μην έχουν σπόρια και η φλούδα τους να παραμένει.
Καψαλίστε ελαφρώς το φύλλο (αν δεν είναι καπνιστό) σε ένα γκαζάκι για να αποσπασθεί η μυρωδιά του κι απλώστε σε bamboo mat. Στρώστε λίγο ρύζι απαλά ώστε να καλυφθεί όλη η επιφάνεια του - αφήνοντας κενό 3-4 εκ στην επάνω επιφάνεια. Τακτοποιείτε τους κόκκους του ρυζιού με βρεγμένα ακροδάχτυλα.
Τοποθετείστε τις λωρίδες του αγγουριού και του σολομού εναλλάξ λίγο πιο κάτω από τη μέση του φύλλου - επάνω σε λίγο ουασάμπι (προαιρετικά). Βρέξτ ελαφρά με τα δάχτυλα τα κενά σημεία του φύλλου για να κολλάει.
Πιάστε το bamboo mat με το nori από κάτω και τυλίξτε το μαζί σφίγγοντας καθώς ρολάρετε μέχρι να κολλήσει η βρεγμένη άκρη του φύλλου. Ανοίξτε το bamboo mat και το roll είναι έτοιμο. Με ένα βρεγμένο μαχαίρι κόψτε το σε μικρά ρολάκια - συνήθως το κάθε roll βγάζει 6-8 ρολάκια.
Σερβίρετε με σως σόγιας και wasabi καθώς και με λίγο ginger τουρσί.
Tip: To maki το βουτάμε στη σάλτσα σόγιας από την πλευρά που έχει το φύλλο.

Πηγή glyfada free press / προϊόντα Japan tasteofasianmarket gr / εικόνα αρχική πηγή

15 Ιουν 2014

Με το άρωμα των αμπελόφυλλων

Ντολμαδάκια με Αμπελόφυλλα
Τα ντολμαδάκια είναι από τα πιο ωραία φαγητά. Είτε νηστίσιμα (γιαλαντζί) είτε με κιμά με κρέμα αυγολέμονο, είναι στην πρώτη γραμμή των επιλογών της καλής οικοδέσποινας.

Η διαδικασία έγκειται στο τύλιγμα. Όμως όλα μαθαίνονται και μετά από κάποια εξάσκηση γίνεσαι εξπέρ του είδους! Όμως χρειάζεται τα φύλλα να είναι τρυφερά - ενδείκνυνται τα φρέσκα (μετά το Μάιο). Τα λένε "πολίτικα" αλλά προέρχονται ουσιαστικά από τις ελληνίδες "κυράδες της Πόλης".ν

Η συνταγή είναι της Μαρίας Εκμεκτσιόγλου από "15 πολίτικες συνταγές" της real gr

28 Ιαν 2014

Ιλισσός - Το ποτάμι της Αθήνας

Ποταμός Ιλισσός - Γέφυρα που ένωνε με το Παναθηναϊκό Στάδιο

Μουσική Μάνος Χατζηδάκις Στίχοι Γιώργος Εμιρζάς Τραγούδι Melina Merkouri
«Πώς τον λέν’, πώς τον λέν’ τον ποταμό» έγραφε ο στιχουργός Γιώργος Εμιρζάς και μελοποιούσε ο Μάνος Χατζιδάκις, ο οποίος σίγουρα γνώριζε πως ο πάλαι ποτέ «αργυροδίνης»* Ιλισσός μετατράπηκε σε «βορβοροδίνη»! Την απαρχή της καταστροφής πρέπει να την αναζητήσουμε στα χρόνια του Όθωνα, αφού γνωρίζουμε πως η διαχείριση των υδάτων των ποταμών – περιλαμβανομένου και του Ιλισσού – τελούσε στα χρόνια της τουρκοκρατίας αλλά και τουλάχιστον την πρώτη εκατονταετία του ελεύθερου ελληνικού κράτους υπό καθεστώς ειδικών ρυθμίσεων.

Κυρίαρχη της διαχείρισης των υδάτων ήταν η δημογεροντία, η οποία όταν συγκροτήθηκε το ελεύθερο κράτος παρέδωσε τις εξουσίες της στον νεοσύστατο και πάμφτωχο Δήμο Αθηναίων. Ο τελευταίος υπήρξε ο αποκλειστικός και μόνος διαχειριστής του αμμοχάλικου της κοίτης του Ιλισσού, το οποίο πωλούσε στους εργολάβους για να στρώνουν τους δρόμους της πόλης! Πληροφορούμαστε έτσι και το υλικό με το οποίο στρώνονταν οι δρόμοι των Αθηνών, τουλάχιστον όλα τα χρόνια της βασιλείας του Όθωνα.

Οι προδιαγραφές μάλιστα που έβαζε ο Δήμος Αθηναίων παρουσιάζουν εξαιρετικό ενδιαφέρον. Τα χαλίκια από την κοίτη του Ιλισσού έπρεπε να είναι καθαρά από κάθε ξένη ύλη και να «διέρχονται υπό πάσαν έποψιν διά κροίκου (sic) 0,96 διαμέτρου»! Επίσης, η δημοτική αρχή αναλάμβανε να υποδεικνύει το σημείο του Ιλισσού απ’ όπου θα λαμβανόταν η άμμος, ώστε να είναι χονδρή, αμιγής και χωρίς ξένες ύλες (χώμα ή άργιλο) αλλά και περασμένη από κόσκινο, ώστε να είναι ίδια με αυτήν που μεταχειρίζονταν για τις οικοδομές.

Υπάλληλοι του δήμου αναλάμβαναν να ειδοποιούν τον εργολάβο για την εποχή που θα γινόταν η λήψη της άμμου ή του χαλικιού, έχοντας την υποχρέωση να του αφήνουν περιθώριο τουλάχιστον 48 ωρών για να προετοιμαστεί. Σε περίπτωση που ο εργολάβος δεν συμμορφωνόταν με αυτές τις προδιαγραφές, τότε ο δήμος διατηρούσε για τον εαυτό του το δικαίωμα να αντλήσει τις ποσότητες και να του καταλογιστεί το κόστος των ημερομισθίων.

Στα τέλη της βασιλείας του Όθωνα, για διάστημα περίπου 3,5 μηνών, υπολογιζόταν ότι οι ανάγκες σε άμμο έφθαναν από 400-600 κυβικά μέτρα και κάθε φορά ο εργολάβος ήταν υποχρεωμένος να αντλεί τουλάχιστον 50 κυβικά. Η τιμή για κάθε κυβικό άμμου ανερχόταν σε 2,80 δραχμές και χαλικιού 3,10 δραχμές.
*με τα ασημένια νερά
(Συνέχεια στο Άρθρο) to pontiki gr

Έγκλημα στο Ψυχικό

Παύλος Νιρβάνας - Έγκλημα στο Ψυχικό

Παύλος Νιρβάνας Έγκλημα στο Ψυχικό - Ίνδικτος
Είδος: Αστυνομική Νουβέλα
Συγγραφεύς: Παύλος Νιρβάνας (1866 - 1937)
Σελίδες: 152
Α΄Δημοσίευση: 1928
Επανέκδοση: Ίνδικτος 2006

Υπόθεση

Ο Νίκος Μολοχάνθης ονειρεύεται να γίνει μια μέρα διάσημος. Στο χωριό όπου διαμένει, ασφυκτιά στον κλειστό περίγυρο του σπιτιού και των χωριανών του, σκοπός του να πάει στην Αθήνα και να γνωρίσει τη μεγάλη ζωή. Έτσι και γίνεται.

Φθάνει στην Αθήνα για να γραφτεί στο Πανεπιστήμιο - που όμως δεν βλέπει ποτέ, γιατί τον απασχολεί να γνωριστεί με κόσμο, να κάνει τη μεγάλη ζωή. Οι μέρες του, οι νύχτες του κυλούν μ' αυτή τη σκέψη... Ώσπου μια μέρα σε μια από τις περιπλανήσεις του στην πόλη και δη στα ακριβά της προάστια - στο Ψυχικό, βλέπει με τα μάτια του ένα έγκλημα.

Μια κοπέλα στραγγαλίζεται στο πάρκο. Ο δολοφόνος φεύγει τρέχοντας να σωθεί. Το ίδιο κάνει και 'κείνος. Όμως την επόμενη μέρα του έρχεται στο νου μια φαεινή ιδέα: Γιατί να μην υποδυθεί το δολοφόνο; Μεμιάς τα φώτα της δημοσιότητας που τόσο λαχταρά, θα πέσουν επάνω του και τότε... αντίο ασήμαντη, άχαρη ζωή! Έτσι και γίνεται.

Αγοράζει το μαχαίρι, κρύβεται σ' ένα συνοικιακό ξενοδοχείο, λερώνει με το αίμα ενός κόκκορα που αγοράζει από το κρεοπωλείο, το μαχαίρι και το πουκάμισο του. Όλες τις μέρες που ακολουθούν το έγκλημα, αγοράζει τις εφημερίδες - με πηχαίους τίτλους γράφουν για το έγκλημα, για την ωραία κόρη που ο στυγνός δολοφόνος στραγγάλισε. Ήταν εραστής της; ήθελε να τον αφήσει και αυτός την εκδικήθηκε σκοτώνοντας τη - όλες είχαν πρωτοσέλιδα της δολοφονίας. Εκείνος έχοντας τες όλες διαβάσει μανιωδώς, τις αφήνει πίσω του στο δωμάτιο του ξενοδοχείου. Ο υπάλληλος τον κοιτάζει με έντρομο ύφος - μάλιστα! αυτό είναι που θέλει!

Μόλις δημιούργησε αυτό το πειστικό σκηνικό, παραδίνεται στην Αστυνομία και ομολογεί. Ότι αυτός είναι ο δολοφόνος του Ψυχικού. Όταν βρίσκουν τα κατασκευασμένα του "πειστήρια" - το μαχαίρι, τα ματωμένα ρούχα, τις εφημερίδες, στο ξενοδοχείο όπου τους είπε πως κρυβόταν μετά την αποτρόπαια πράξη του, οι αστυνομικοί τον πιστεύουν για τα καλά και τον συλλαμβάνουν.

Στη φυλακή όπου τον κλείνουν, στην αρχή ενθουσιάζεται με τα γράμματα υποστήριξης που παίρνει - ειδικά της πλούσιας νέας που τον έχει κι όλας ερωτευθεί. Όταν όμως το ενδιαφέρον της αρχίζει και σβήνει όπως και των εφημεριίδων, όταν δεν παίρνει πια γράμματα υποστήριξης και φιλίας, όταν οι προβολείς της δημοσιότητας αποσύρονται από πάνω του, μένει μόνος στο κελί της φυλακής παρέα με τους αξιοθρήνητους κακοποιούς κρατούμενους.

Τώρα θέλει να αποκαλύψει το ψέμμα του όμως κανείς δεν τον πιστεύει. Ούτε κι αυτός ο δικηγόρος που βάζει για να τον βγάλει από τη φυλακή! Ο Νίκος Μολοχάνθης πέφτει για τα καλά θύμα - της ονειροφαντασίας του να γίνει διάσημος, της αφέλειας του να πιστέψει πως ακόμη και να 'σαι εγκληματίας φέρνει φήμη και δόξα. Θύμα της χωριάτικης απλοϊκότητας του, βρίσκεται χωρίς ένα στήριγμα, μια ένδειξη φωτός ότι θα μπορέσει να σωθεί.

Ο ρόλος που διάλεξε να παίξει - αυτός του δολοφόνου της πλούσιας Αθηναίας, ο δολοφόνος που τριγυρνούσε στην έπαυλη του Ψυχικού αναζητώντας το θύμα του, κόλλησε επάνω του έγινε το alter ego του. Κανείς δεν τον πιστεύει πια κι έτσι απομονωμένος καταριέται την κακή του μοίρα που τον έταξε σ' αυτό το σκοτεινό κελί παρέα με τους αξιοθρήνητους φίλους του. Η μόνη του ελπίδα πια είναι να πιαστεί ο αληθινός δολοφόνος. Τότε θα μπορέσει να γυρίσει πίσω στην παλιά του ζωή, στους φίλους του που άραγε, θα γυρίσουν πια να τον κοιτάξουν μετά τα περιστατικά που αποκάλυψε η δημοσιότητα για το πρόσωπο του.

Εκείνο ενός απατεώνα, ενός που σφετερίστηκε την πράξη ενός αποτρόπαιου δολοφόνου. Εκείνου που ονειρεύτηκε πως μέσα από μια τέτοια πράξη θα μπορούσε να κερδίσει εκείνα που ήθελε και η ζωή του δεν μπορούσε να τα δώσει.

(Παίχτηκε στην T.V. 1981 45Χ20 επεισόδια, έγχρωμο - Στο ρόλο του Νίκου Μολοχάνθη ο Γιώργος Κωνσταντίνου)