29 Οκτ 2016

Waste Land - 1922

ΘΕΜΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΡΗΜΑΓΜΕΝΗΣ ΓΗΣ - ΧΩΡΙΣ ΩΣΤΟΣΟ ΑΥΤΟ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΒΕΒΑΙΟ, ΑΛΛΑ ΠΙΘΑΝΟ
Thomas Stearns Eliot 1888 - 1965
After the torchlight red on sweaty faces After the frosty silence in the gardens After the agony in stony places The shouting and the crying Prison and palace and reverberation Of thunder of spring over distant mountains He who was living is now dead We who were living are now dying With a little patience
What the thunder said
Ύστερα από το φως των δαυλών πυρρό σε κάθιδρα πρόσωπα
Ύστερα από την ψυχρή σιωπή στους κήπους
Ύστερ από την αγωνία σε πετρότοπους
Οι κραυγές και το κλάμα
Φυλακή και μέγαρο αντήχηση
Ανοιξιάτικης βροντής πάνω σε απόμακρα βουνά
Εκείνος που ζούσε είναι τώρα νεκρός
Εμείς που ζούσαμε τώρα πεθαίνουμε
Με λίγη υπομονή.

Εδώ δεν έχει παρά μόνο βράχια
Βράχια και διόλου νερό κι ο αμμουδερός δρόμος
Ο δρόμος στριφογυρίζοντας ψηλά ανάμεσα στα βουνά
Που είναι βουνά χωρίς βράχια και νερό
Αν είχε νερό θα σταματούσαμε να πιούμε
Αναμεσίς στα βράχια δεν μπορείς να σταματήσεις ή να σκεφτείς
Ο ιδρώτας στεγνός και τα πόδια μέσα στην άμμο
Αν είχε νερό τουλάχιστο ανάμεσα στα βράχια
Νεκρό βουνίσιο στόμα με χαλασμένα δόντια ανήμπορο να φτύσει
Εδώ δεν μπορείς να σταθείς μήτε να γείρεις μήτε και να καθήσεις
Δεν έχει ούτε καν σιωπή στα βουνά
Μόνο βροντή ξερή και στείρα χωρίς βροχή
Δεν έχει ούτε καν μοναξιά στα βουνά
Παρά ξαναμμένα πρόσωπα σκυθρωπά καγχάζουν και γρυλίζουν
Μέσα από εξώθυρες χαμόσπιτων από σκασμένη λάσπη
Αν είχε νερό
Και διόλου βράχια
Και νερό μαζί
Και νερό
Μια πηγή
Μια γούρνα ανάμεσα στα βράχια
Αν είχε μόνο τον ήχο του νερού
Όχι του τζίτζικα
Και χορτάρι ξερό να ψάλλει
Αλλά ήχο νερού πάνω από βράχο
Όπου μονάχα η μοναχική τσίχλα κελαηδεί μέσα στα πεύκα
Ντριπ ντροπ ντιπ ντροπ ντροπ ντροπ  ντροπ
Αλλά δεν έχει νερό
Σπέτσες - Δρόμος προς παραλία Κουζινού
Ποιος είναι ο τρίτος που πάντοτε βαδίζει πλάι σου;
Όταν μετρώ είμαστε μαζί μόνο εσύ κι εγώ
Όταν όμως κοιτάζω μπροστά μου στον κατάλευκο δρόμο
Πάντοτε υπάρχει κάποιος άλλος που βαδίζει πλάι σου
Γλιστρώντας τυλιγμένος μέσα σ' έναν καφετί μανδύα, κουκουλωμένος
Δεν ξέρω αν είναι άντρας ή γυναίκα
-Μα ποιος είναι εκείνος στ' άλλο σου πλευρό;

Τι αχός είναι αυτός στον αέρα ψηλά
Γογγυσμός μητρικού οδυρμού
Ποιες οι κουκουλωμένες αυτές ορδές μυρμηγκιάζοντας
Σε πεδιάδες απέραντες, σκουντουφλώντας σε σκασμένη γη
Που μόνο ο επίπεδος ορίζοντας την περιζώνει
Ποια είναι η πόλη πέρα από τα βουνά
Ραγίζει κι ανασταίνεται και σκάει στο μενεξεδένιο αέρα
Πύργοι σωριάζονται
Ιερουσαλήμ Αθήνα Αλεξάντρεια
Βιέννη Λονδίνο
Ανυπόστατες

Μια γυναίκα τράβηξε και τέντωσε τα μαύρα της μακριά μαλλιά
Και γρατζούνισε πάνω σ' αυτές τις χορδές μουσική ψιθυριστή
Και νυχτερίδες με μωρουδίστικες όψεις μες στο μενεξεδένιο φως
Τσίριζαν, και φτεροκοπούσαν
Και σέρνονταν με το κεφάλι προς τα κάτω σ' ένα μαυρισμένο τοίχο
Κι ήταν καμπαναριά στον αέρα αναποδογυρισμένα
Χτυπώντας αναμνηστήριες καμπάνες, που σημαίναν τις ώρες
Και φωνές που τραγουδούσαν μέσα από άδειες στέρνες και πηγάδια στραγγισμένα.

Σ' αυτό το αφανισμένο όρυγμα ανάμεσα στα βουνά
Στο αμυδρό φεγγαρόφωτο, το χορτάρι ψάλλει
Πάνω απ' τους γκρεμισμένους τάφους, τριγύρω από το παρεκκλήσι
Εκεί πέρα βρίσκεται το έρημο παρεκκλήσι, κατοικία μόνο του ανέμου.
Δίχως παράθυρα, κι η θύρα αιωρείται,
Τα ξερά οστά κανέναν δεν μπορούν να βλάψουν.
Ένας πετεινός μόνο στεκόταν στον κορυφιά
Κού κού ρίκου κού κού ρίκου
Μέσα σε μια λάμψη αστραπής. Τότε μια νοτερή σπιλιάδα
Φέρνοντας βροχή

Είχε χαμηλώσει ο Γάγγης, και τα φύλλα τα λυμφατικά
Καρτερούσαν τη βροχή, καθώς τα μαύρα σύννεφα
Συνάζονταν μακριά πάνω απ' το Χίμαβαντ.
Η ζούγκλα κουλουριάστηκε, κούρνιασε σιωπηλά.
Μίλησε τότε η βροντή.
ΝΤΑ
Ντάττα: τι έχουμε δώσει;
Φίλε μου, το αίμα που τραντάζει την καρδιά μου
Τη φοβερή την τόλμη μιας στιγμής υποταγής
Που χρόνια ολόκληρα περίσκεψης δεν μπορούν ποτέ ν' ανακαλέσουν
Χάρη σ' αυτήν και μόνο σ' αυτήν υπήρξαμε
Που δεν πρόκειται ν' αναφερθεί στις νεκρολογίες μας
Ή σε αναμνήσεις σκεπασμένες απ' την ευεργετική αράχνη
Ή κάτω από σφραγίδες που έσπασε ο ξερακιανός δικηγόρος
Στ' άδεια μας δωμάτια
ΝΤΑ
Ντάγιαντβαμ: άκουσα το κλειδί
Να στρίβει μια φορά τη θύρα να στρίβει μόνο μια φορά
Συλλογιζόμαστε το κλειδί, ο καθένας μες στη φυλακή του
Να συλλογίζεται το κλειδί, ο καθένας εξασφαλίζει μία φυλακή
Μόνο σαν πέφτει η νύχτα, αιθέριοι ψίθυροι
Ξαναζωντανεύουνε για μια στιγμή έναν συντριμμένο Κοριολανό
ΝΤΑ
Ντάμυατα: Η βάρκα ανταποκρίθηκε
Χαρούμενα, στο χέρι το επιδέξιο στο πανί και στο κουπί
Η θάλασσα ήταν ήρεμη, η καρδιά σου θα 'χε ανταποκριθεί
Χαρούμενα, όταν θα την καλούσαν, πάλλοντας υπάκουη
Σε χέρια που εξουσιάζουν

Καθόμουν στην ακτή
Ψαρεύοντας, με τον άνυδρο κάμπο πίσω μου
Τουλάχιστο θα βάλω τις χώρες μου σε κάποια τάξη;
Η Γέφυρα του Λονδίνου γκρεμίζεται γκρεμίζεται γκρεμίζεται
Poi s'ascose nel foco che gli affina
Quando fiam uti chelidon - Ά χελιδόνι χελιδόνι
Le Prince d' Aquitaine a la tour abolie
Τούτα τ' αποσπάσματα που αντιστήριξα στα ερείπια μου
Καλά λοιπόν θα σας κανονίσω. Ο Ιερώνυμος είναι πάλι τρελός.
Ντάττα. Ντάγιαντβαμ. Ντάμυατα.
Σάντιχ σάντιχ σάντιχ

Τέλος αποσπάσματος "Ο Κεραυνός" —ποιήματος "Ρημαγμένη Γη"
Μετάφραση Κλείτος Κύρου, Εκδόσεις Ύψιλον 1990

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου