1 Σεπ 2015

Το ερωτικό τραγούδι του Άλφρεντ Προύφροκ

Τ.Σ. Έλιοτ 1888 - 1965 O Prufrock και άλλες θεωρήσεις 1920
Dante: Κόλαση - Κεφ. 27ο στίχοι 61-66
Αν το 'ξερα πως θα μιλούσα ανθρώπου που θα γυρνούσε κάποτε στον κόσμο,
Η φλόγα τούτη δε θα σάλευε άλλο.
Μ' αφού ποτέ από το βάθος τούτο ούτ' ένας δεν βγήκε ζωντανός, αν είν' αλήθεια,
χωρίς φόβο ντροπής θα σου απαντήσω.

Dante: Inferno - Ch. 27ο verses 61-66
S’io credesse che mia risposta fosse A persona che mai tornasse al mondo,
Questa fiamma staria senza piu scosse. Ma perciocche giammai di questo fondo Non torno vivo alcun, s’i’odo il vero, Senza tema d’infamia ti rispondo
.
1. "The Love Song of J.Alfred Prufrock" Αγγλικά
Πάμε λοιπόν, εσύ κι εγώ,
Καθώς το δείλι απλώνεται στον ουρανό
Σα ναρκωμένος άρρωστος στο χειρουργείο.
Πάμε, από δρόμους μισοαδειανούς,
Στα βαβούρικα στέκια

Ξενύχτηδων, σε πανδοχεία της μιας νυχτιάς
Και ψαροκαπηλειά στρωμένα πριονίδι:
Δρόμους που σ' ακολουθούν σα βαρετές κουβέντες
Με ύπουλους σκοπούς
Για να σε παρασύρουν σε μιαν ερώτηση συντριπτική...
Ω! μη ρωτάς, "Ποια να ‘ναι αυτή;"
Πάμε να τα επισκεφτούμε.

Στην κάμαρα οι γυναίκες τριγυρνούν
Για τον Μικελάντζελο μιλούν.

Το κίτρινο πούσι που ξύνει τη ράχη του πάνω στα τζάμια,
Η κίτρινη κάπνα που ξύνει τη μούρη της πάνω στα τζάμια,
Έγλυψε με τη γλώσσα της του βραδινού τις κόχες,
Ξέμεινε πάνω στα στεκάμενα βρομόνερα,

Άφησε στη ράχη της να κατακάτσει το φούμο από τις καμινάδες,
Γλίστρησε πάνω στην πεζούλα, ξάφνου τινάχτηκε,
Και βλέποντας πως ήτανε γλυκιά μια νύχτα του Οκτώβρη
Τυλίχτηκε γύρω απ' το σπίτι μια φορά, κι αποκοιμήθηκε.

Κι αλήθεια, θα βρεθεί καιρός;
Για την κίτρινη καπνιά που σέρνεται στο δρόμο
Ξύνοντας τη ράχη της στα παραθύρια.
Θα βρεθεί καιρός, θα βρεθεί καιρός

Ένα προσωπείο να ετοιμάσεις, τα πρόσωπα που συναντάς να συναντήσει.
Θα βρεθεί καιρός για να δολοφονήσεις και να δημιουργήσεις,
Και καιρός για όλα τα έργα και τις μέρες των χεριών
Που υψώνονται και ρίχνουν μιαν ερώτηση στο πιάτο σου.

Καιρός για σένα, καιρός για μένα,
Και καιρός ακόμα για χιλιάδες δισταγμούς,
Και χιλιάδες θεωρήσεις κι αναθεωρήσεις,
Προτού να πάρουμε τσάι με φρυγανιές.

Στην κάμαρα οι γυναίκες τριγυρνούν
Για τον Μικελάντζελο μιλούν.

Κι αλήθεια, θα βρεθεί καιρός
Να ρωτηθώ, "Τολμώ;" και, "Αληθινά τολμώ;"
Καιρός στροφή να κάμω και τη σκάλα να κατέβω,
Με μια μικρή φαλάκρα πίσω στο κεφάλι -
(Θα πουν: "Πόσο αδυνατήσαν τα μαλλιά του!")

Το πρωινό μου πανωφόρι, το κολάρο ως το πηγούνι μου σφιχτά κλειστό,
Πλούσια η γραβάτα μου και σεμνή, ωστόσο τονισμένη από καρφίτσα απλή -
(Θα πουν: "Μα πόσο αδυνατίσανε τα χέρια και τα πόδια του!")
Άραγε τολμώ
Το σύμπαν να ενοχλήσω;
Ένα λεπτό είναι αρκετό
Γι αποφάσεις κι αναθεωρήσεις που ξανά, σ' ένα λεπτό, θ' αλλάξουν.

T.S Eliot - Prufrock and other observations
Γιατί κιόλας τα γνώρισα όλ' αυτά, όλα τα γνώρισα -
Γνώρισα τα βραδινά, τα πρωινά, τ' απογευματινά,
Με κουταλάκια του καφέ μοίρασα τη ζωή μου.
Γνωρίζω τις φωνές που υποταγμένες σβήνουνε
Πίσω από μουσική σε δωμάτιο μακρινό.
Πώς λοιπόν να υποθέσω;

Γνώρισα κιόλας τα μάτια, τα γνώρισα όλ' αυτά -
Μάτια που σε καθηλώνουν σε μιά φράση τυπική,
Κι όταν είμαι τυπικός, καθισμένος στα καρφιά,
Όταν είμαι καρφωμένος και σπαρταρώ στον τοίχο,
Τότε πώς θα μπόραγα ν' αρχίσω
Τα κατακάθια απ' τις μεθόδους και τις μέρες μου να φτύνω;
Και πώς θα μπόραγα να υποθέσω;

Γνώρισα κιόλας τα χέρια, τα γνώρισα όλ' αυτά -
Χέρια με βραχιόλια, άσπρα και γυμνά
(Όμως στο φως της λάμπας, χαμηλωμένα, με χνούδι απαλό!)
Είν' άραγε το άρωμα μιας φούστας
Που μ' εκτροχιάζει τόσο;
Χέρια που ακουμπούν στο τραπέζι, ή που αγκαλιάζουν κάποιο σάλι.
Θα ‘πρεπε τότε λοιπόν να υποθέσω;
Και πώς ν’ αρχίναγα;
. . . . . . . . . .

Να πω, περπάτησα το σούρουπο δρόμους στενούς
Κι είδα που ανέβαινε καπνός από τις καμινάδες
Ανδρών μοναχικών, φτωχοντυμένων, που σκύβαν έξω από παράθυρα...
Ένα ζευγάρι θα 'πρεπε να 'μουνα τρελοδαγκάνες
Που πηλαλούνε στο βυθό σιωπηλών πελάγων.

Μέσα στο δειλινό, το βραδινό κοιμάται τόσο ειρηνικά!
Ησυχασμένο από δάχτυλα μακριά,
Κοιμισμένο....κουρασμένο... ή κάνει τον άρρωστο,
Στο πάτωμα επάνω ξαπλωμένο, εδώ, δίπλα σε σένα και σε μένα.

Θα ‘πρεπε άραγε, μετά το τσάι, το κέικ, το παγωτό,
Να ‘χα τη δύναμη να σπρώξω τη στιγμή στα όριά της;
Όμως κι αν έχω κλάψει και νηστέψει, κλάψει και προσευχηθεί,
Κι αν είδα το κεφάλι μου (με μια μικρή φαλάκρα) σε δίσκο να το φέρνουν

Δεν έγινα προφήτης - κι αυτό σπουδαίο δεν είναι.
Είδα να ξεθωριάζει του μεγαλείου μου η στιγμή,
Και τον αιώνιο Θυρωρό, να μου κρατάει το παλτό και να κρυφογελά,
Κοντολογίς, φοβήθηκα για τα καλά.

Κι αλήθεια, θα 'χε νόημα αυτό, στο κάτω - κάτω,
Έπειτ’ από το τσάι, τα φλιτζανάκια, τα γλυκά,
Μέσα στις πορσελάνες, μέσα σε μια κουβέντα που κάναμε οι δύο,
Θα 'χε άραγε νόημα,
Να ξέφευγα χαμογελώντας από το θέμα,
Να στούμπιζα το σύμπαν σε μία μπάλα
Και να την τσούλαγα σε μιαν ερώτηση συντριπτική,

Να 'λεγα: "Είμ’ ο Λάζαρος, έρχομαι εκ νεκρών,
Έρχομαι όλα να σου τα πω, όλα να σου τα φανερώσω" -
Αν κάποια, στρώνοντας ένα μαξιλάρι πλάι στο κεφάλι της,
Έλεγε: "Διόλου δεν είν 'αυτό που εννοούσα.
Διόλου δεν είν' αυτό."

Κι αλήθεια, θα 'χε νόημα αυτό, στο κάτω - κάτω,
Θα 'χε άραγε νόημα,
Ύστερ' απ' τις αυλές, τα δειλινά, τους ψιχαλισμένους δρόμους,
Ύστερ' απ' τις νουβέλες, τα φλιτζάνια του τσαγιού, ύστερ' απ' τις φούστες που
σέρνονται στο πάτωμα -

Κι αυτά, και τόσα άλλα ακόμα; -
Μου είναι αδύνατο να πω τι ακριβώς εννοώ!
Όμως, λες κι έριξε φανάρι μαγικό το σχήμα του πάνω σε μιαν οθόνη:
Θα ‘χε άραγε νόημα
Αν κάποια, στρώνοντας ένα μαξιλάρι ή κάποιο σάλι της πετώντας μακριά,
Και στο παράθυρο γυρνώντας, έλεγε:
"Διόλου δεν είν' αυτό,
Διόλου δεν είν' αυτό που εννοούσα."

Όχι! Δεν είμαι ο πρίγκιπας Αμλέτος, ούτε και σκόπευα να γίνω.
Είμαι ένας λόρδος συνοδός, κάποιος που είν' ό,τι χρειάζεται
Να βελτιώσει μιαν επίδοση, ν' αρχίσει κάνα-δύο σκηνές,
Τον πρίγκιπα να συμβουλεύσει. αναμφίβολα, ένα καλόβολο υποχείριο,
Αξιοσέβαστο, ευτυχισμένο που είναι χρήσιμο,
Επιφυλακτικό, σχολαστικό και συνετό.
Με γνώμη υψηλόφρων, μα κομματάκι αργός.

Καμιά φορά, αληθινά, σχεδόν γελοίος -
Σχεδόν, καμιά φορά, ο Τρελός.

Γερνώ....γερνώ....
Τα παντελόνια μου με γυρισμένα τα μπατζάκια θα φορώ.

Να χτενίσω πίσω τα μαλλιά μου;
Τολμώ με μια μικρούλα να τα φτιάξω;
Σπορ άσπρο παντελόνι θα φορώ και θα βολτάρω στην ακτή.
Τις γοργόνες άκουσα να τραγουδούν, η μια στην άλλη.
Θαρρώ δεν θα μου τραγουδήσουν.

Τις έχω δει προς τ' ανοιχτά να καβαλούν τα κύματα
Ρίχνοντας πίσω του πελάγου τα λευκά μαλλιά
Καθώς ο άνεμος άσπρα και μαύρα κάνει τα νερά.

Μας χασομέρησαν, μες στα θαλασσινά θαλάμια,
Κόρες της θάλασσας στεφανωμένες φύκια κόκκινα και καστανά
Ωσότου ανθρώπινες μας ξύπνησαν φωνές, κι έτσι πνιγήκαμε.

Από leandrosvatakas.blogspot.gr - εικόνα από skillshare.com